- κεφαλίδα
- η (ΑΜ κεφαλίς, -ίδος)μικρό κεφάλι, κεφαλάκι («κεφαλίδας ἥλων», Αθήν.)νεοελλ.1. ο τίτλος εντύπου ή κεφαλαίου ο οποίος σε μερικά βιβλία αναγράφεται στην κορυφή κάθε σελίδας2. ρητό ή απόφθεγμα που προτάσσεται σε βιβλίο ή σε κεφάλαιο βιβλίου, άρθρου ή μελέτηςμσν.στον πληθ. αἱ κεφαλίδεςοι κορυφές τών πύργων, οι επάλξεις, τα μπεντένιαμσν.-αρχ.(για κίονα) το κιονόκρανοαρχ.1. στον πληθ. το σχοινί τής πλώρης, τα γούμενα τής πλώρης τού πλοίου2. το μπροστινό μέρος υποδήματος3. το πόδι στο οποίο στηρίζεται τραπέζι, πιθανώς μονόποδο4. κεφάλαιο ή τμήμα ή ουσιώδης περίοδος λόγου σε βιβλίο («ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περὶ ἐμοῡ», ΠΔ)5. το άκρο, το τέλος6. φρ. «κεφαλὶς βιβλίου» — τα περιεχόμενα χειρόγραφου βιβλίου με σχήμα κυλίνδρου.[ΕΤΥΜΟΛ. κεφαλ-ίς < κεφαλή + κατάλ. -ίς / -ίδος (πρβλ. βιβλ-ίς, δεσμ-ίς)].
Dictionary of Greek. 2013.